Τεύχος 34

34 cover

> Αντίλογος. Η Κλινική Ωφελιμότητα των ARB’s στη ΧΝΝ.
> Φυσιολογία του ισοζυγίου του φωσφόρου (εξωγενής πρόσληψη, απορρόφηση,απέκκριση, κατανομή)
> Έχουν προστατευτικό ρόλο η βιταμίνη D και η παρακαλσιτόλη στην καρδιά και τους νεφρούς;
> Οξεία νεφρική ανεπάρκεια ως αποτέλεσμα οξείας σπειραματονεφρίτιδας
> Μηχανισμοί απόρριψης νεφρικού μοσχεύματος. Ο ρόλος της φυσικής ανοσίας.


Για να ανοίξετε τα αρχεία θα χρειαστεί να εγκαταστήσετε το πρόγραμμα Adobe Reader, (μπορείτε να το κατεβάσετε απο εδώ, αν δεν το έχετε ήδη εγκατεστημένο στον υπολογιστή σας). Για καλύτερη προβολή των αρχείων στον Adobe Reader, παρακαλώ επιλέξτε το Μενού View (Προβολή) > Page Display (Προβολή σελίδας) > Two-up (Ανά δύο).


Αντίλογος. Η Κλινική Ωφελιμότητα των ARB’s στη ΧΝΝ.

Τεύχος 34

Νικόλαος Καπερώνης
Νεφρολόγος, Επιμελητής Α’, Γ.Ν.Α. “Κοργιαλένειο-Μπενάκειο” Ε.Ε.Σ., Αθήνα

ΥΠΕΡ
Η υπερέκφραση του συστήματος ρενίνης-αγγειοτενσίνης οδηγεί σε ποικίλα βλαπτικά αποτελέσματα πέραν της αύξησης του όγκου του αίματος και της αρτηριακής πίεσης. Η άμεση αγγειοσυσπαστική δράση από την αλληλεπίδραση της αγγειοτενσίνης ΙΙ με το συμπαθητικό, την ενδοθηλίνη και τη βαζοπρεσσίνη συνεισφέρει στην αγγειακή αναδιαμόρφωση, την προθρομβωτική κατάσταση και την αντίσταση στην ινσουλίνη. Ειδικότερα η αγγειοτενσίνη ΙΙ ενεργοποιεί τη NADH και NADPH οξειδάση αυξάνοντας την παραγωγή υπεροξειδικού ανιόντος και οδηγεί σε ενεργοποίηση των μονοκυττάρων και μακροφάγων, σε έκκριση κυτοκινών και αυξητικών παραγόντων και σε διέγερση μορίων προσκόλλησης, που μεσολαβούν τη φλεγμονή.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο

Φυσιολογία του ισοζυγίου του φωσφόρου (εξωγενής πρόσληψη, απορρόφηση,απέκκριση, κατανομή)

Τεύχος 34

Ευάγγελος Β. Γιαννάτος
Νεφρολόγος, Επιμελητής Α’, Νεφρολογικό Τμήμα Γενικού Νοσοκομείου Αργοστολίου

Το 85% του συνολικού φωσφόρου του οργανισμού περιέχεται στο σκελετό, το 14% στους μύες και στα σπλάχνα και λιγότερο από 1% στο εξωκυττάριο υγρό υπό μορφή ανόργανου φωσφόρου, που είναι διαθέσιμος για σημαντικές μεταβολικές διαδικασίες / Η μέση Δυτικού τύπου δίαιτα περιέχει 800-1400 mg φωσφόρου ημερησίως, από τα οποία περίπου 65% απορροφώνται, κυρίως παθητικά, στο λεπτό έντερο / Η νεφρική αποβολή του διαιτητικού φορτίου φωσφόρου, εξασφαλίζοντας ουδέτερο ισοζύγιο φωσφόρου, καθίσταται ο κυριότερος ρυθμιστής της συγκέντρωσης φωσφόρου στον ορό / Πάνω από το 80% της διηθούμενης ποσότητας φωσφόρου, επαναρροφάται πρωταρχικά στα εγγύς σωληνάρια, με διαδικασία συμμεταφοράς με Na+ / Ο συμμεταφορέας Na+ - φωσφόρου ρυθμίζεται προς τα πάνω σε έλλειψη και προς τα κάτω σε περίσσεια φωσφόρου, ώστε η σωληναριακή επαναρρόφηση φωσφόρου αυξάνεται ή μειώνεται αντίστοιχα.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο

Έχουν προστατευτικό ρόλο η βιταμίνη D και η παρακαλσιτόλη στην καρδιά και τους νεφρούς;

Τεύχος 34

Δέσποινα Π. Καρασαββίδου
Νεφρολόγος

Ρηγας Γ. Καλαϊτζίδης
Νεφρολογική κλινική, Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ιωαννίνων

Χρήστος Κατσίνας
Νεφρολογική κλινική, «Μποδοσάκειο Νοσοκομείο Πτολεμαΐδας»

34-3

Η βιταμίνη D διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ομοιόσταση και εναπόθεση του ασβεστίου στα οστά και στον έλεγχο του δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμού (ΔΥΠΘ). Η σύνθεση της επηρεάζεται από τις μεταβολές των επιπέδων του ασβεστίου, του φωσφόρου και της παραθορμόνης (PTH) του ορού. Η ενεργή μορφή της βιταμίνης D συνδέεται με την πρωτεΐνη που την μεταφέρει και δρα στα όργανα όπου υπάρχουν οι υποδοχείς της –Vitamin D-Receptor- (VDRs). Έχει αρκετές πλειοτροπικές δράσεις ανάμεσα στις οποίες σημαντικός είναι ο ρόλος της στην εξέλιξη της νεφρικής νόσου και στην μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου. Η παρακαλσιτόλη είναι ένας νεώτερος ενεργοποιητής των υποδοχέων των VDRs. Η παρούσα ανασκόπηση ασχολείται με τις νεφροπροστατευτικές και τις καρδιοπροστατευτικές δράσεις της βιταμίνης D και της παρακαλσιτόλης.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο

Οξεία νεφρική ανεπάρκεια ως αποτέλεσμα οξείας σπειραματονεφρίτιδας

Τεύχος 34

Κάρμεν Τασιοπούλου
Επιμελήτρια Β΄ Νεφρολογικού Τμήματος, Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «Γ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ», Θεσσαλονίκη

Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια ως αποτέλεσμα οξείας σπειραματονεφρίτιδας αντιστοιχεί σε περίπου 10% των περιπτώσεων οξείας νεφρικής ανεπάρκειας. Η συχνότητα της είναι παρόμοια στην Ευρώπη και Βόρεια Αμερική, ενώ είναι πιο συχνή στα παιδιά και στους ηλικιωμένους. Η έγκαιρη αναγνώριση είναι σημαντική καθώς η θεραπεία μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη αποκατάσταση της νεφρικής λειτουργίας. Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια μπορεί να εμφανίζεται είτε πρώιμα κατά την διάγνωση της νόσου, είτε στην πορεία μιας ήδη γνωστής σπειραματονεφρίτιδας.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο

Μηχανισμοί απόρριψης νεφρικού μοσχεύματος. Ο ρόλος της φυσικής ανοσίας.

Τεύχος 34

Αικατερίνη Ταράση
Βιοπαθολόγος, Διευθύντρια Τμήματος Ανοσολογίας-Ιστοσυμβατότητας,Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ», Αθήνα

Παρά την τεράστια πρόοδο στους τομείς της χειρουργικής τεχνικής και της συντήρησης των μοσχευμάτων μέχρι τη στιγμή της τοποθέτησής τους στο λήπτη, ο κύριος περιορισμός για την επιτυχή έκβαση μιας μεταμόσχευσης νεφρού είναι η ανοσιακή απάντηση του λήπτη έναντι των κυττάρων/ιστών του δότη. Το ανοσιακό σύστημα, το οποίο έχει αναπτυχθεί με σκοπό να διακρίνει τα «ίδια» δηλ. τα δικά του από τα ξένα στοιχεία, στη περίπτωση των μεταμοσχεύσεων επιτελεί τη λειτουργία του, με το να αναγνωρίζει και να καταστρέφει τα ξένα κύτταρα του δότη. Η απόρριψη του μοσχεύματος ταξινομείται με βάση τη χρονική στιγμή της εκδήλωσής της μετά τη μεταμόσχευση σε υπεροξεία (σε λεπτά έως ώρες), οξεία (σε μέρες έως εβδομάδες), επιβραδυνόμενη οξεία (μετά τους 3 μήνες) και χρόνια (σε μήνες έως χρόνια). Μπορεί ακόμη να ταξινομηθεί με βάση τις παθοφυσιολογικές μεταβολές (διάμεση-κυτταρικού τύπου, αγγειακή, ενδοθηλίου - αντισωματοεξαρτώμενη), τη βαρύτητα (με βάση τη φλεγμονή και βλάβη των ιστών, όπως αυτή βαθμολογείται κατά Banff), την απάντηση στην θεραπεία (αντοχή ή μη στα γλυκοκορτικοειδή), την παρουσία ή απουσία νεφρικής δυσλειτουργίας (οξεία ή υποκλινική απόρριψη, αντίστοιχα) και τέλος τους ανοσολογικούς μηχανισμούς (φυσική ή επίκτητη ανοσοαπάντηση). Όπως απέδειξαν τα πρώτα πειράματα του A. Mitchinson στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, οι ανοσοαπαντήσεις έναντι των αλλοαντιγόνων εμπλέκουν τόσο τη χυμική (αντισωματοεξαρτώμενη) όσο και την κυτταρική ανοσία.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο